Υπάρχουν στιγμές που το χέρι πηγαίνει μηχανικά στο τηλέφωνο. Για να καλέσεις κάποιον που σου λείπει. Και τότε θυμάσαι. Δεν είναι πια εκεί. Κι όμως, η ανάγκη να του μιλήσεις δεν φεύγει ποτέ.
Από αυτή την τόσο γνώριμη, βαθιά ανθρώπινη παρόρμηση γεννήθηκε το διαδραστικό ηχητικό installation «Αν είχε σήμα εκεί που πήγες». Ένα έργο που δεν προσπαθεί να εξηγήσει την απώλεια, αλλά να τη νιώσει — και να τη μοιραστεί.

Η ιδέα είναι απλή, αλλά συγκλονιστική στην ουσία της. Μέσα από ένα ανοιχτό κάλεσμα, άνθρωποι κατέγραψαν ηχητικά μηνύματα προς αγαπημένα πρόσωπα που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ, σκέψεις που έμειναν στη σιωπή, συναισθήματα που εξακολουθούν να αναζητούν έναν αποδέκτη.
Στον χώρο της εγκατάστασης, ο επισκέπτης καλείται να σηκώσει ένα ακουστικό. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει απάντηση — μόνο φωνές. Εύθραυστες, προσωπικές, αληθινές. Φωνές που μιλούν για όσα δεν πρόλαβαν να ειπωθούν. Και εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή συνομιλία, ο καθένας αναγνωρίζει ένα κομμάτι του εαυτού του.

Η εμπειρία δεν σταματά στην ακρόαση. Ο επισκέπτης γίνεται μέρος του έργου, γράφοντας το δικό του μήνυμα. Αυτό που θα ήθελε να πει, αν υπήρχε ακόμη «σήμα». Έτσι, το installation μετατρέπεται σε έναν ζωντανό χώρο συλλογικής μνήμης, όπου η απώλεια δεν είναι μοναχική, αλλά κοινή.
Το έργο δημιουργεί έναν ενδιάμεσο τόπο — ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία, στη μνήμη και τη σιωπή. Έναν χώρο όπου η επικοινωνία δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά συνεχίζει να υπάρχει ως ανάγκη. Ως επιθυμία. Ως αγάπη.

Έχοντας ήδη παρουσιαστεί στο ARTens και στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, το installation συνεχίζει το ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη, στο Artgate Project, στον χώρο του λιμανιού (Pier C), το Σάββατο 28 Μαρτίου, από τις 16:00 έως τα μεσάνυχτα, προσκαλώντας το κοινό σε μια βαθιά βιωματική εμπειρία.
Πίσω από το έργο βρίσκεται το Clayground, το καλλιτεχνικό εγχείρημα της Μαρίλης Τοπουζόγλου — ψυχολόγου και θεραπεύτριας μέσω τέχνης. Μέσα από τη δουλειά της, αξιοποιεί το mixed media art για να φωτίσει εσωτερικές διεργασίες και συναισθήματα, δημιουργώντας έργα που λειτουργούν ως γέφυρα ανάμεσα στην τέχνη και την ψυχική εμπειρία. Τα installations της δεν είναι απλώς έργα προς θέαση, αλλά χώροι συμμετοχής, όπου ο θεατής καλείται να νιώσει, να θυμηθεί και να συνδεθεί.
Η ίδια αφιερώνει το έργο στη γιαγιά της — την πρώτη αφορμή για αυτή τη σιωπηλή συνομιλία που τελικά έγινε συλλογική. Και ίσως, κάπου εκεί, μέσα σε όλες αυτές τις φωνές, να υπάρχει η ελπίδα πως τα μηνύματα φτάνουν. Με έναν τρόπο που δεν εξηγείται, αλλά γίνεται αισθητός.

