Καραγιάννης – Καρατζόπουλος: Η ιστορία μιας αυτοκρατορίας του ελληνικού σινεμά

Από το 1966, οπότε και δημιουργήθηκε, αντιστάθηκε απέναντι στην παντοκρατορία της Finos Film, έκανε 110 ταινίες, εξαγόρασε άλλες 234 και αυτήν τη στιγμή διαθέτει την πιο ισχυρή ελληνική ταινιοθήκη.

Η εταιρεία Καραγιάννης-Καρατζόπουλος ιδρύθηκε το 1966 από τον σκηνοθέτη Κώστα Καραγιάννη και τον οπερατέρ – μοντέρ Αντώνη Καρατζόπουλο και είναι η μοναδική εταιρεία που υπάρχει από τότε και δεν σταμάτησε ποτέ τη λειτουργία της έως σήμερα. Ακόμη και η Finos Film διέκοψε τις δραστηριότητές της για πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Φίνου, το 1977, και λειτούργησε ξανά στις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Το success story της Καραγιάννης-Καρατζόπουλος ξεκίνησε από απλές συμπτώσεις. Ο Αντώνης Καρατζόπουλος και ο Κώστας Καραγιάννης γνωρίστηκαν το 1955, ενώ υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία. Εκείνη η συνάντηση στάθηκε καρμική. Οκτώ χρόνια μετά, συναντήθηκαν στο διάσημο ιστορικό κτίριο της οδού Ακαδημίας, αριθμός 96-98. Εκεί, στεγάζονταν για χρόνια όλες οι ελληνικές εταιρείες παραγωγής, εκτός από αυτή του Φίνου, γι’ αυτό και ονομαζόταν το «Χόλιγουντ της πλατείας Κάνιγγος». Οι δύο νέοι βρέθηκαν να εργάζονται στον ίδιο όροφο.

Γράφει ο Πάνος Ζόγκας. 

Ο Κώστας Καραγιάννης είχε νοικιάσει ένα υπερπολυτελές για την εποχή γραφείο για να στεγάσει την εταιρεία του, Κίκος Φίλμ. Στον ίδιο όροφο βρισκόταν η εταιρεία του Ιωάννη Καρατζόπουλου, πατέρα του Αντώνη. Ο Αντώνης και ο Κώστας, 31 χρονών τότε, αφού ήταν και οι δύο γεννημένοι στην Αθήνα το 1932, ο πρώτος στην Κυψέλη και ο δεύτερος στην Πλάκα, άρχισαν αμέσως να κάνουν παρέα. Ο Αντώνης κάποια στιγμή ξεκίνησε να κάνει δικές του παραγωγές και ζήτησε από τον Κώστα να σκηνοθετήσει την ταινία Ο Παράς και ο Φουκαράς, με τον Κώστα Χατζηχρήστο.

Όταν η ταινία έκανε τον κύκλο προβολής της σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και επαρχία, κόβοντας αρκετά εισιτήρια, γεννήθηκε η ιδέα να συνεργαστούν και να δημιουργήσουν τη δική τους εταιρεία παραγωγής. Να σημειώσουμε ότι τότε το σινεμά ήταν η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας και υπήρχαν πολλές αίθουσες που είχαν ανάγκη για ταινίες, γιατί οι κόπιες της Finos Film δεν ήταν αρκετές. Τη δεκαετία του ’60, ο μόνος που έκανε εμπορικές ταινίες ήταν ο Φίνος. Υπήρχαν και άλλες εταιρείες, όπως οι Αφοί Ρουσσόπουλοι, Γιώργος Λαζαρίδης, Σαρρής-Ψαρράς και Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, αλλά με λιγοστές παραγωγές. Πολλοί μεμονωμένοι παραγωγοί είχαν προσπαθήσει κατά καιρούς να μπουν στα χωράφια του Φίνου, αλλά ύστερα από δυο-τρία χρόνια έκλειναν τις εταιρείες τους, γιατί δεν είχαν τις κατάλληλες προδιαγραφές και την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθουν.

Έτσι, ο Κώστας και ο Αντώνης, βλέποντας ότι υπήρχε στην αγορά ένα κενό και ένα κοινό που αναζητούσε και άλλες ταινίες, αποφάσισαν να μπουν πολύ δυναμικά στο παιχνίδι, με αρκετά ρίσκα, αλλά γεμάτοι αισιοδοξία και θέληση. Με αρχικό κεφάλαιο 1.600.000 δραχμές -καθένας τους έβαλε από 800.000- αποφάσισαν να πάρουν δάνεια και να υπογράψουν γραμμάτια συνολικής αξίας 10.000.000 δρχ., ποσό μυθικό για την εποχή. Είχαν στόχο όμως να χτυπήσουν την κορυφή. Και καθώς ήταν άνθρωποι της δουλειάς, γνώριζαν ότι η κορυφή απαιτεί, εκτός από θέληση, και χρήματα. Η φιλοσοφία τους ήταν απλή: «Ή όλα ή τίποτα». Έτσι, ιδρύθηκε η Καραγιάννης-Καρατζόπουλος Ο.Ε., το 1966. Η σειρά των ονομάτων αποφασίστηκε αφού πρώτα έριξαν ένα κέρμα στον αέρα, κορόνα – γράμματα. Η απόφασή τους ήταν να γυρίζουν 10 και πλέον ταινίες τον χρόνο, όσες ακριβώς γύριζε και ο Φίνος. Ο τρίτος ιδιοκτήτης ήταν ο Ντόντος Καραγιάννης, αδερφός του Κώστα, που ανέλαβε το οικονομικό κομμάτι.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Εκείνη την εποχή, το κριτήριο για να θεωρείται μια εταιρεία «μεγάλη, ικανή και ισχυρή» ήταν ποιοι σταρ έπαιζαν στις ταινίες της. Έτσι, απέσπασαν αμέσως από τον Φίνο -δίνοντας αρκετά υψηλότερες αμοιβές- τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, αλλά και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και τη Μάρω Κοντού, που ήταν εκτός της Finos Film. Πολλά τα χρήματα, μεγάλο το ρίσκο, μεγάλα τα δάνεια που έτρεχαν, όμως, αμέσως ήρθαν οι απολαβές. Ήδη από την πρώτη χρονιά κατάφεραν να έχουν 3 από τις 10 ταινίες που έκοψαν τα περισσότερα εισιτήρια. Ήταν Η Βουλευτίνα, με τη Ρένα Βλαχοπούλου, Ο Εξυπνάκιας, με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και τον Νίκο Σταυρίδη, και Ο Γεροντοκόρος, με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τη Μάρω Κοντού. Τρεις ισχυροί σταρ, τρεις ισχυρές μεταγραφές.

Η ΑΛΙΚΗ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

Το 1967, δεύτερη χρονιά λειτουργίας της, η εταιρεία καταφέρνει να αποκτήσει την πιο διάσημη σταρ της Ελλάδας και το πιο ακριβοθώρητο προϊόν που είχε ποτέ ο Φίνος, την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Για την ακρίβεια, τη στιγμή εκείνη η Αλίκη ανήκε στο ανθρώπινο δυναμικό της εταιρείας Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, στην οποία έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα. Τότε η Αλίκη ήταν σε κόντρα με τον Φίνο, γιατί είχε μεγάλες οικονομικές απαιτήσεις που δεν τις δεχόταν η εταιρεία. Επίσης, τον έβλεπε να δείχνει εύνοια στην Τζένη Καρέζη και στη Ζωή Λάσκαρη, ένιωθε ότι έχανε το «σκήπτρο» και σκέφτηκε πως η καλύτερη απάντηση θα ήταν να πάει στη νέα ανερχόμενη δύναμη, στο απέναντι στρατόπεδο.

Η Καραγιάννης-Καρατζόπουλος την έκλεισε για τρεις ταινίες, με αμοιβή 600.000 δρχ. για καθεμία. Εκεί, λοιπόν, γύρισε Το Πιο Λαμπρό Αστέρι, με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, που έγινε η πιο εμπορική ταινία του 1967 και της εταιρείας (652.661 εισιτήρια), εκτοπίζοντας τη Finos από τις πρώτες θέσεις και αμφισβητώντας την παντοκρατορία της. Επιπλέον, είναι η 14η πιο εμπορική ελληνική ταινία μέχρι σήμερα. Το σενάριο βασίστηκε σε μια ιδέα της Αλίκης. Το όνομα της ηρωίδας, Κατερίνα, ήταν επιλογή του Καραγιάννη γιατί ήταν το όνομα της μητέρας του, ενώ η Αλίκη ανάγκασε τη Μαρία Ιωαννίδου να γίνει μελαχρινή για να παίξει μαζί της. Επίσης, ιδέα της Αλίκης ήταν και ο τίτλος της ταινίας, ο οποίος από πολλούς θεωρήθηκε, και δικαίως, ότι έστελνε στον Φίνο ένα μήνυμα: «Το πιο λαμπρό αστέρι του ελληνικού σινεμά είμαι εγώ».

Η τεράστια επιτυχία της ταινίας ενόχλησε τον Φίνο, ο οποίος λέγεται ότι είπε στους συμβούλους του: «Φέρτε πίσω την Αλίκη και δώστε της όσα ζητάει». Η Αλίκη, όμως, είχε συμβόλαιο για άλλες δύο ταινίες και δεν μπορούσε να επιστρέψει αμέσως. Έτσι, γύρισε ακόμη Το Κορίτσι του Λούνα Παρκ, που αρχικά χαρακτηρίστηκε ταινία «Ακατάλληλη» από τη χούντα. Η Αλίκη, ωστόσο, εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία που της είχε η κόρη ενός υψηλόβαθμου προσώπου του δικτατορικού καθεστώτος, καταφέρνοντας τελικά να τη μετατρέψει σε «Κατάλληλη». Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει η έκτη πιο εμπορική ταινία της χρονιάς. Για την ιστορία να αναφέρουμε πως το να χαρακτηριστεί τότε μια ταινία «Ακατάλληλη» -και ειδικά της Αλίκης- ισοδυναμούσε με οικονομική καταστροφή.

Στο Κορίτσι του Λούνα Παρκ, η σταρ τσακώθηκε με τον Γιώργο Ζαμπέτα, γιατί δεν της άρεσε το κομμάτι Σταλιά-Σταλιά και αρνήθηκε να το τραγουδήσει. Έκτοτε, δεν συνεργάστηκαν ποτέ ξανά οι δυο τους. Η τρίτη ταινία που γύρισε η Αλίκη εκείνη την περίοδο στην εταιρεία ήταν Η Αγάπη Μας, με τον Παπαμιχαήλ, το 1968. Τότε, για τις ανάγκες των γυρισμάτων, πήγαν στο χωριό Θεολόγος που άρεσε τόσο πολύ στους πρωταγωνιστές ώστε αποφάσισαν να αγοράσουν εκεί εξοχικό. Μετά το πολύκροτο διαζύγιό τους, το 1976, το κράτησε η Βουγιουκλάκη, αφού πρώτα κατέβαλε τα χρήματα που αναλογούσαν στον Παπαμιχαήλ. Η ταινία πήγε πολύ καλά, ήρθε τέταρτη σε εισπράξεις εκείνη τη χρονιά με 484.989 εισιτήρια. Η Αλίκη στη συνέχεια επέστρεψε στη Finos Film και γύρισε την ταινία Η Αρχόντισσα και ο Αλήτης. Πάλι ιδέα της Αλίκης ο τίτλος, που δήλωνε ότι γύρισε στο παλιό της στέκι σαν αρχόντισσα.

ΚΑΙ ΜΕΤΑ Η ΚΑΡΕΖΗ

Όταν η Αλίκη γύρισε ξανά στη Finos, η Καρέζη αποφάσισε από αντίδραση να πάει στην Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, που ήταν το αντίπαλον δέος. Τότε, το παιχνίδι στα στούντιο παιζόταν ανάμεσα σε αυτές τις δύο εταιρείες και στο ελληνικό star system ανάμεσα στην Αλίκη και στην Τζένη. Με λίγα λόγια, όταν η Βουγιουκλάκη επέστρεψε στον Φίνο με «ανοιχτό» συμβόλαιο, σύμφωνα με τους ανθρώπους που έχουν μελετήσει την εποχή, η Καρέζη εκνευρίστηκε και αποχώρησε πηγαίνοντας στον Καραγιάννη, γιατί, όπως είπε χαρακτηριστικά, δεν υπήρχε χώρος για δύο βασίλισσες σ’ ένα βασίλειο, το βασίλειο της Finos Film.

Έτσι, το 1970, έκανε μια χρυσή μεταγραφή και γύρισε το Μια Γυναίκα στην Αντίσταση. Η ταινία σηματοδότησε και την επιστροφή της Τζένης στο σινεμά, έπειτα από δύο χρόνια απουσίας λόγω της εγκυμοσύνης και της γέννησης του γιου της, Κωνσταντίνου, στις 25 Απριλίου του 1969. Μολονότι ήταν δραματική ταινία, έκοψε τον αριθμό ρεκόρ των 360.000 εισιτηρίων. Το 1971, γύρισε το επικό Μαντώ Μαυρογένους, σε σενάριο και σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη. Η ταινία έκανε πρεμιέρα την ίδια μέρα με την Κόρη του Ήλιου, της Αλίκης, και αυτό θεωρήθηκε ένα μικρό σκάνδαλο, μια ένδειξη ανταγωνισμού ανάμεσα στα δύο γραφεία παραγωγής. Κέρδισε σε εισπράξεις η Βουγιουκλάκη, αλλά την πρώτη θέση εκείνη τη χρόνια πήρε ο Βέγγος με την ταινία Τι Έκανες στον Πόλεμο Θανάση. Η τρίτη ταινία της Καρέζη στην Καραγιάννης-Καρατζόπουλος ήταν η Ερωτική Συμφωνία, με τον Κώστα Καζάκο, το 1972, που έκοψε 165.000 εισιτήρια. Μια πολύ ακριβή παραγωγή, που γυρίστηκε σε Αθήνα και Παρίσι, με την Τζένη να γράφει το πρώτο και μοναδικό της σενάριο.

ΚΑΙ ΠΑΛΙ Η ΑΛΙΚΗ

Η δεύτερη περίοδος της Αλίκης στην εταιρεία Καραγιάννης-
Καρατζόπουλος ξεκίνησε το 1980 με δύο ταινίες, όχι από τις καλύτερές της. Το ’80, ύστερα από επτά χρόνια απουσίας από το σινεμά, η Αλίκη γύρισε το Πονηρό Θηλυκό, Κατεργάρα Γυναίκα, σε σενάριο και σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη, και έκανε 290.000 εισιτήρια – ρεκόρ για μια περίοδο που ο κόσμος σνόμπαρε τις ελληνικές ταινίες.

Έναν χρόνο μετά, θα γυρίσει εκεί και την τελευταία ταινία της καριέρας της, το Κατάσκοπος Νέλη, σε σενάριο Νίκου Φώσκολου. Στην ταινία η Αλίκη εμφανίζεται για πρώτη φορά με ακάλυπτο το στήθος, γεγονός που συζητήθηκε περισσότερο από την ίδια την ταινία. Και οι δύο αυτές ταινίες θεωρούνται cult και, όπως μας πληροφορεί η εταιρεία, όποτε προβάλλονται στην τηλεόραση κάνουν υψηλές τηλεθεάσεις.

ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ 

Από τις πρώτες πρωταγωνίστριες του ελληνικού κινηματογράφου που υπέκυψαν στα δελεαστικά συμβόλαια και έδειξαν εμπιστοσύνη στην εταιρεία Καραγιάννης-Καρατζόπουλος ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου, η πρώτη σταρ στη λίστα των κωμικών ηθοποιών. Η Βλαχοπούλου ήταν από τις πρώτες μεγάλες σταρ που συνεργάστηκαν με την εταιρεία. Μόλις είχε λήξει το συμβόλαιό της με τη Finos Film και αμέσως της έκαναν πρόταση, την οποία αποδέχτηκε. Εκεί, την πρώτη περίοδο του ’60, έκανε τη Βουλευτίνα, το Βίβα Ρένα και τη Ζηλιάρα. Επίσης, έπαιξε στη νεότερη περίοδο της εταιρείας, τη δεκαετία του ’80, οπότε έκανε τις ταινίες Ρένα, Να η Ευκαιρία, Η Μανούλα, το Μανούλι και ο Παίδαρος, Η Πολιτσμάνα. Πάντα πρωταγωνίστρια και πάντα οι ταινίες της είχαν υψηλές εισπράξεις.

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΧΡΥΣΕΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ

Παράλληλα με την εδραίωση της εταιρείας, άλλαζε και η Ελλάδα. Το 1967, έχουμε την επιβολή της δικτατορίας, που επέβαλε μεταξύ άλλων και αυστηρή λογοκρισία στις ταινίες, ενώ το 1973 κυριάρχησε η τηλεόραση, βάζοντας ουσιαστικά την ταφόπλακα στη χρυσή εποχή του ελληνικού σινεμά. Είναι η εποχή που στην ουσία οι αίθουσες άρχιζαν να αιμορραγούν οικονομικά.

Τότε, ως έξυπνοι και, όπως απέδειξε η ιστορία, διορατικοί επιχειρηματίες, ο Κώστας, ο Αντώνης και ο Ντόντος αρχίζουν και κάνουν διανομή ξένων ταινιών, ονομάζοντας την εταιρεία τους Νέα Κίνηση. Κάνουν ελάχιστες ταινίες εκείνη τη δεκαετία, όταν ξαφνικά εμφανίζονται σαν «μάννα εξ ουρανού» τα video clubs, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, που στην κυριολεξία κάνουν και πάλι την αγορά να ανθήσει. Όλες οι παλιές ταινίες της Καραγιάννης- Καρατζόπουλος μεταγράφονται σε VHS και νοικιάζονται φανατικά από το κοινό. Και μόλις τελειώνει η εποχή του video club, μια νέα αγορά ανοίγει. Σαν το ιερό δισκοπότηρο, εμφανίζεται το 1989 η ιδιωτική τηλεόραση, που δείχνει ιδιαίτερη αδυναμία στον παλιό, καλό εμπορικό κινηματογράφο. Οι ταινίες προβάλλονται ξανά, κάνουν υψηλές τηλεθεάσεις, το κοινό τις ζητάει και ξαφνικά μια νέα λαμπερή πηγή εισοδήματος εμφανίζεται.

Ταυτόχρονα, οι Καραγιάννης-Καρατζόπουλος αρχίζουν να εμπλουτίζουν το αρχείο τους αγοράζοντας ταινίες από άλλους παραγωγούς. Την περίοδο που έζησαν στο κτίριο της οδού Ακαδημίας είχαν κάνει πάρα πολλές φιλίες. Σε αντίθεση με τον Φίνο, που ήταν απομονωμένος στο γραφείο του, εκείνοι είχαν άριστες σχέσεις με τους υπόλοιπους μικρούς παραγωγούς. Έτσι, αποφάσισαν να αγοράσουν τις ταινίες εκείνων που βρίσκονταν στο ίδιο κτίριο και ήταν και φίλοι τους. Συγκεκριμένα, το 1997 αγόρασαν τον κατάλογο ταινιών του παραγωγού James Paris, το 2000 τις ταινίες της Δαμασκηνός-
Μιχαηλίδης, από τον γιο του Μιχαηλίδη, καθώς και ταινίες κάποιων μικρότερων παραγωγών.

Από αυτές, μόνο οι 80 ήταν σε αξιοπρεπή κατάσταση. Στις υπόλοιπες είχαν χαθεί τα αρνητικά, άλλες δεν είχαν ήχο και σε άλλες τα αρνητικά είχαν υποστεί τεράστια ζημιά. Παρά τις δυσκολίες και το κατεστραμμένο υλικό, έγινε η καλύτερη δυνατή προσπάθεια να αποκατασταθούν, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα προβολής τους σε ψηφιοποιημένες κόπιες. Η εταιρεία έχει αυτήν τη στιγμή την αποκλειστική διανομή 344 ταινιών, οι οποίες καλύπτουν την περίοδο από το 1952 έως και το 2019. Με άλλα λόγια, έχει στα χέρια της το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού σινεμά. Ως εταιρεία ποτέ δεν έκανε παραγωγή βιντεοταινιών, αλλά υπάρχει αυτή η αίσθηση γιατί πολλοί παραγωγοί απευθύνονταν στον Κώστα Καραγιάννη για να σκηνοθετήσει τις ταινίες τους. Όντως ο Καραγιάννης σκηνοθέτησε αρκετές βιντεοταινίες, αλλά δεν είχε καμία σχέση με την παραγωγή τους.

PERSONAL FILES

Ο Κώστας Καραγιάννης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σε ηλικία τριών ετών έχασε τον πατέρα του. Το 1951 πήγε στη Λυών της Γαλλίας, όπου σπούδασε υφαντουργός. Επέστρεψε στην Ελλάδα και, αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, εργάστηκε για ένα διάστημα στην Πειραϊκή-Πατραϊκή, ενώ ασχολήθηκε και με τη μετάφραση αστυνομικών μυθιστορημάτων. Το 1957, επέστρεψε στη Γαλλία, όπου σπούδασε Σκηνοθεσία στο Παρίσι, ενώ παράλληλα διατηρούσε τη θέση του καλλιτεχνικού ανταποκριτή για την εφημερίδα Αθηναϊκή. Παντρεύτηκε τη Γαλλίδα Suzanne Germaine Colombe, με την οποία απέκτησαν έναν γιο, τον Χρήστο. Η μητέρα του έβαλε τα χρήματα για να κάνει την πρώτη του ταινία. Ήταν τρομερά σχολαστικός την ώρα της δουλειάς, αλλά τρομερά εύθυμος άνθρωπος, εξωστρεφής, δοτικός και γλεντζές. Κατέχει το ρεκόρ του παραγωγικότερου σκηνοθέτη του ελληνικού κινηματογράφου, με 101 ταινίες στο ενεργητικό του. Πέθανε το 1993, σε ηλικία 61 ετών.

Ο Αντώνης Καρατζόπουλος από πολύ μικρός ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο. Αρχικά, στην εταιρεία του πατέρα του, Ι. Καρατζόπουλος και ΣΙΑ, όπου δούλευε και ο αδερφός του, Ρωμύλος. Στον πατέρα του ανήκε ο κινηματόγραφος Μπομπονιέρα, στην Κηφισιά. Εξαιτίας της δουλειάς του γνώριζε καλά τον Ούγγρο κινηματογραφιστή Ζοζέφ Χεπ, ο οποίος ζούσε στην Ελλάδα και εργαζόταν τα πρώτα χρόνια στον Φίνο. Ο Αντώνης έχει κάνει το μοντάζ σχεδόν σε όλες τις ταινίες της εταιρείας Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, αλλά από σεμνότητα δεν το ανέφερε ποτέ. Παντρεύτηκε δύο φορές. Ο πρώτος του γάμος ήταν με την ηθοποιό Άννα Μαντζουράνη, που κράτησε μέχρι τον θάνατό της, το 1991, και ο δεύτερος με την ηθοποιό Ζέτα Αποστόλου, με την οποία είναι μαζί μέχρι σήμερα. Δεν έχει παιδιά.

Πρόεδρος της Καραγιάννης-Καρατζόπουλος σήμερα είναι η κόρη του Ντόντου, Κατερίνα Καραγιάννη.

Ο ΚΑΡΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΘΥΜΑΤΑΙ

Ο Αντώνης Καρατζόπουλος είναι ο τελευταίος της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά που βρίσκεται εν ζωή. Σήμερα, στα 88 του χρόνια, συνεχίζει να πηγαίνει κάθε μέρα στο γραφείο του στο κέντρο της Αθήνας. Μιλά σπάνια έως καθόλου πια. Του ζητήσαμε να μας πει την ιστορία
με δικά του λόγια.

Στα χρόνια πίσω και να πάω, πάντα με θυμάμαι να ασχολούμαι με το σινεμά. Ο πατέρας μου είχε τον κινηματογράφο Μπομπονιέρα στην Κηφισιά και από μικρός έβλεπα συνέχεια ταινίες. Μόλις μεγάλωσα, ο πατέρας μου με έστειλε να δουλέψω στο εργαστήριο του Ζοζέφ Χεπ. Ξεκίνησα από παιδί για όλες τις δουλειές. Πληρωνόμουν με 200 δρχ. τον μήνα και, όπως έμαθα αργότερα, τα χρήματα αυτά τα έδινε ο ίδιος ο πατέρας μου στον Χεπ για να με πληρώνει. Εκεί, έμεινα μαθητευόμενος για ενάμιση χρόνο και έμαθα μοντάζ και διεύθυνση φωτογραφίας. Για να γίνεις τότε οπερατέρ και διευθυντής φωτογραφίας έπρεπε να έχεις δική σου κάμερα. Οι κάμερες τότε ήταν πανάκριβες, ήταν είδος πολυτελείας. Μπορεί να ξεπερνούσαν και το 1.000.000 δρχ. Βρήκε τότε ο πατέρας μου μια άχρηστη κάμερα και την αγόρασε για 2.000 δρχ. Την έστειλε στη Γερμανία και αφού πλήρωσε άλλες 50.000 δρχ. την έκανε ολοκαίνουργια. Έτσι, αφού είχα πλέον την κάμερα, μπορούσα και να δουλέψω ελεύθερα.

Παρέμεινα ακόμα δύο χρόνια στο εργαστήριο του Χεπ, όπου πλέον πληρωνόμουν ως μοντέρ και οπερατέρ με 1.000 δρχ. τον μήνα. Μετά, βγήκα στην ελεύθερη αγορά και γύρισα την πρώτη μου ταινία, Το Τραγούδι του Πόνου. Το 1957, με τον αδερφό μου πείσαμε τον πατέρα μου να φτιάξουμε μια εταιρεία παραγωγής ταινιών. Του είπαμε “Εδώ μέχρι και ο μπακάλης της γειτονιάς κάνει ταινία”, γιατί πράγματι τον μπακάλη της γειτονιάς μας τον είχαν πείσει κάποιοι εξυπνάκηδες να βάλει λεφτά σε κάποια ταινία, τα οποία τελικά τα έχασε. Ο πατέρας μου δέχτηκε και φτιάξαμε την Ι. Καρατζόπουλος και ΣΙΑ. Η πρώτη ταινία που βγάλαμε ήταν η Μαρία η Πενταγιώτισσα, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, στην οποία ήμουν εγώ ο ίδιος οπερατέρ. Ακολούθησαν και άλλες, μέχρι που συνάντησα τον Κώστα Καραγιάννη. Με τον Κώστα είχαμε κάνει μαζί στρατό στον ίδιο θάλαμο πριν από κάποια χρόνια. Είχε κάνει και ο Κώστας μέχρι τότε κάποιες ταινίες με τη δική του εταιρεία παραγωγής. Έτσι, όταν βρεθήκαμε ξανά, αποφασίσαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να φτιάξουμε την Καραγιάννης- Καρατζόπουλος.

Στην εταιρεία συμμετείχε και ο αδερφός του Κώστα, ο Ντόντος. Στην αρχή, είχαμε λίγα μετρητά, οπότε αναγκαστήκαμε να υπογράψουμε εκατοντάδες γραμμάτια, για να μπορέσουμε να κάνουμε την παραγωγή στις πρώτες δέκα ταινίες που μας ζητούσαν οι κινηματογράφοι να παραδώσουμε μέσα σε έναν χρόνο. Το ρίσκο ήταν μεγάλο, αλλά το πήραμε και βγήκαμε νικητές. Από τότε, παρήγαμε 10 τουλάχιστον ταινίες κάθε χρόνο. Ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος, γιατί πέρα από τον Φίνο υπήρχαν και άλλες πολλές εταιρείες που κάνανε παραγωγές. Εμείς, ευτυχώς, τα καταφέραμε να εδραιωθούμε και να μείνουμε ενωμένοι. Στην εταιρεία μας ο Κώστας σκηνοθετούσε, εγώ μόνταρα τις ταινίες και ο Ντόντος είχε την οικονομική διαχείριση. Μας ένωνε πάντα η αγάπη για τη δουλειά μας. Καθένας είχε τη θέση του και δεν μπλεκόμασταν ο ένας στα πόδια του άλλου. Έτσι μείναμε αγαπημένοι και δεμένοι για όλα τα χρόνια της κοινής πορείας μας. Το 1972, ξεκίνησε για πρώτη φορά η τηλεόραση και ο κινηματογράφος έπεσε στα τάρταρα. Εκείνα τα χρόνια, αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με τη διανομή ξένων ταινιών. Η πρώτη ξένη ταινία που φέραμε ήταν Ο Πεταλούδας. Ακολούθησαν πολλές άλλες, ανάμεσά τους ταινίες του Γαβρά, όπως το Ζ. Εκείνος ο κύκλος έκλεισε το 1990, με την ταινία Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας. Μετά, ήρθε η ιδιωτική τηλεόραση. Από τότε ασχολούμαστε με τη διανομή των ταινιών στα ελληνικά κανάλια, ενώ φροντίζουμε κάθε χρόνο να επενδύουμε σε κάποια καινούργια ελληνική παραγωγή. Για εμένα οι ταινίες μου είναι τα παιδιά μου, είναι ολόκληρη η ζωή μου. 

 

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2020.