14 Έλληνες συγγραφείς γράφουν για την πανδημία: Πάνος Τσερόλας

Ο Πάνος Τσερόλας γράφει αποκλειστικά για το DownTown μια ιστορία με έμπνευση από την εποχή του κορονοϊού και τίτλο «Ποδήλατο».

Κοίτα τη, μιλά με τη δική σου φωνή, και η μοναξιά της ίδια με τη μοναξιά σου.

Μια γυναίκα στέκεται στο παράθυρο και κοιτάει. Η ώρα είναι 18:00 και κάθε μέρα στις 18:00 στέκεται στο παράθυρο και κοιτάει την απέναντι πολυκατοικία. Στις 18:00, κάθε μέρα, βγαίνει ένα κορίτσι από τον πέμπτο, από την πολυκατοικία τη δικιά της ή την απέναντι, δεν βλέπει τόσο ψηλά ούτως ή άλλως, βγαίνει ένα κορίτσι στον πέμπτο και τραγουδάει. Η φωνή της έχει μια θρηνητική δύναμη, αλλά και μια γλυκόπικρη ζεστασιά. Βγαίνει και τραγουδάει στο μπαλκόνι της, ένα τραγούδι την ημέρα, και εκείνη που στέκεται απλά στο παράθυρο την ακούει και βουρκώνει όταν βλέπει τα παντζούρια να ανοίγουν και τους ανθρώπους να βγαίνουν έξω. Δακρύζει σχεδόν, όταν όλος ο κόσμος μοιάζει να παγώνει στιγμιαία. Στέκεται στο παράθυρο και κοιτάζει, και περιμένει.

Λείπει μια αγκαλιά από όλα αυτά, αλλά αυτή ίσως έλειπε και πριν.

Ακριβώς απέναντι είναι ο γέρος. Είναι μόνος, αν και πριν ερχόταν κάποια και τον φρόντιζε. Δεν είχε δει κάποιον άλλο για κάμποσο εκεί. Ο γέρος έκανε ράθυμα σουλάτσα στο σαλόνι, με τις αριστοκρατικές εμπριμέ πιτζάμες του. Την περισσότερη ώρα έβλεπε τηλεόραση με δυνατά τη φωνή και κάποιες ώρες, κυρίως το πρωί, καθόταν στο μπαλκόνι με ένα ραδιοφωνάκι και κοιτούσε τα περιστέρια να φτεροκοπούν πάνω από τα κλιματιστικά.

Δίπλα του ακριβώς ήταν ένα ζευγάρι. Το ζευγάρι ήταν κοντά στην ηλικία της. Παλιότερα δεν τους έβλεπε μαζί, κυρίως δεν έβλεπε αυτόν, που πρέπει να δούλευε μέχρι αργά τα απογεύματα. Έβλεπε εκείνη, το παράθυρό της έβλεπε στην κουζίνα τους. Την έβλεπε στην κουζίνα και συχνά την έβλεπε να απλώνει τα ρούχα στο μπαλκόνι. Στο μπαλκόνι είχαν μια μεγάλη σημαία. Συνήθως άκουγε κλαματάκια μωρού, κυρίως τις άυπνες νύχτες. Ήταν τις ώρες που κοιτούσε τον απέναντι τοίχο και αφουγκραζόταν τους συναγερμούς, τα γαβγίσματα και τα κλάματα των μωρών. Προχθές άκουσε τις φωνές τους, ήταν μία τη νύχτα, άκουσε τις φωνές τους και κρύφτηκε πίσω από την κουρτίνα στα σκοτάδια να κοιτάξει. Δεν είδε βία, η βία μέσα στα σπίτια δεν φαίνεται. Άκουσε μόνο τις φωνές, ακατάληπτοι ήχοι, και ύστερα την είδε να στέκεται στον νεροχύτη και το σώμα της να συσπάται από αυτό το κλάμα το βουβό. Το ήξερε το κλάμα αυτό.

Η αγκαλιά που της έλειπε γεννούσε πού και πού τέτοιο βουβό κλάμα. Θέλει μαεστρία να κλαις κρυφά και τελείως σιωπηλά, να μην ενοχλήσεις. Μετά και από αυτό, λογικά δεν θα τον ξαναέβλεπε ποτέ. Ο φόβος κάνει τους ανθρώπους να περιορίζουν τα ρίσκα και να μαζεύονται κοντά στις σταθερές τους. Είναι λογικό, θα έκανε το ίδιο στη θέση του μάλλον. Θα τη χώριζε, της έλεγε κάπου κοντά στην Πρωτοχρονιά, ήταν η χρονιά που θα τη χώριζε. Θα έμεναν μαζί και θα έβρισκαν ένα σπίτι και θα κράταγε τον σκύλο του. Θα έφτιαχναν μια ζωή. Πήγαινε μέρα έβδομη που δεν είχαν ανταλλάξει ούτε ένα μήνυμα.

Κάτω από τον γέρο ήταν τα παιδιά. Παιδιά, τρόπος του λέγειν. Ήταν δυο φοιτητές. Ο ένας ήταν όμορφος, τον κοίταζε όποτε τύχαινε και εκείνος την κοίταζε πίσω. Κάποια απογεύματα της χαμογελούσε αν την έβλεπε στο μπαλκόνι και εκείνη πολλές φορές το σκεφτόταν δυο φορές πώς να βγαίνει, να μη βγαίνει σα λέτσος. Εκείνη ειδικά τη μέρα, μέρα έβδομη, είχε βάλει κόκκινο κραγιόν, αλλά όχι για τον φοιτητή, για εκείνη. Να νιώσει πιο όμορφα. Οι φοιτητές είχαν πάντα κόσμο από τότε που είχαν νοικιάσει και δυο φορές είχε έρθει η αστυνομία για τη φασαρία. Άγνωστο ποιος την καλούσε. Εκείνες τις ημέρες τις είχαν ξεκινήσει με κόσμο και γέλια και μουσική, αλλά σιγά σιγά αραίωναν. Τους έβλεπε πια πίσω από την κουρτίνα του σαλονιού τους να παίζουν ηλεκτρονικά ή να βλέπουν ταινίες. Δεν θα την πείραζε να της χαμογελούσε πιο συχνά και να την καλούσε απέναντι. Όχι πως θα πήγαινε βέβαια.

Η ώρα ήταν έξι ακριβώς. Το επιβεβαίωσε σε τρία ρολόγια. Ημέρα έβδομη. Σκεφτόταν τον χρόνο και σκεφτόταν τον εαυτό της να αιωρείται σε αυτόν, να επιπλέει στην κοίτη του. Ήξερε την ώρα πριν τη διασταυρώσει στα ρολόγια. Έλεγξε πάνω στο τραπέζι τα δυο τοστ, την μπανάνα και το θερμός με τον καφέ. Κλειδιά, κινητό. Όλα έτοιμα. Περίμενε απλά το τραγούδι.

Δίπλα στα αγόρια τα παντζούρια ήταν κλειστά μονίμως και θα υπέθετε εύκολα κάποιος πως ήταν άδειο το σπίτι, μα εκείνη ήξερε πως δεν ήταν. Παπούτσια εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν, καρέκλες άλλαζαν θέση. Μια μέρα μόνο πέτυχε το παντζούρι ανοιχτό και πρόλαβε να δει δυο παιδιά μελαχρινά σαν από σοκολάτα, να κοιτούν απέξω με τη φοβισμένη περιέργεια που έχουν μόνο τα παιδιά. Τα αγαπούσε αυτά τα παιδάκια και ας τα είχε δει μόλις για μερικά δευτερόλεπτα. Πονούσε για αυτά.

Αυτά έβλεπε από το παράθυρο. Καθόταν και τα κοίταζε όλα, μια φέτα ζωής σε μια πολυκατοικία του ’70 στο κέντρο, συνηθισμένη όσο και υπέροχη, θλιβερή όσο και γεμάτη χαρά. Άκουγε τα ποδοβολητά και τα ξεφωνητά της μικρής στον επάνω όροφο και άκουγε το καναρίνι τής γριάς του πρώτου, που πάντα κελαηδούσε τις πρωινές ώρες, και άκουγε και τους αναστεναγμούς των διπλανών της, κυρίως τη νύχτα. Άκουγε τις βρύσες και τα καζανάκια. Είχε χρόνια που νοσταλγούσε ένα σπίτι που δεν έβλεπε πολύ, και το ίδιο σπίτι τις πρώτες ημέρες την περικύκλωνε σαν κάποιου τύπου τιμωρία. Αλλά τα γνώρισε εκ νέου, το σπίτι, τη γειτονιά, και τα απέναντι μπαλκόνια, και την ίδια της τη μοναχικότητα. Ένιωθε μάλιστα την ανάγκη να τους συστηθεί από την αρχή, αλλά δεν έβρισκε τον τρόπο.

Ορίστε, να και το τραγούδι. Έκανε ένα βήμα και άνοιξε ελαφρά την μπαλκονόπορτα. Τόσες μέρες εκεί μέσα είχε γυαλίσει το σπίτι. Ούτε που έβλεπε τα τζάμια της. Χάρηκε με αυτό. Μικρές νίκες.

Το ποδήλατο. Ωραίο τραγούδι. Θα ήθελε να κάνει ποδήλατο ξανά. Κάποιος της το είχε κλέψει από τον Σεπτέμβρη. Υπολόγιζε να πάρει καινούργιο το Πάσχα. «Δεν είναι δράκος, δεν είναι γίγαντας, δεν είναι τίποτα καλέ τρομακτικό». Ωραίο τραγούδι. Ο γέρος βγαίνει στο μπαλκόνι και κοιτάει με αυτό το περιεργαστικό βλέμμα των ηλικιωμένων. Βάζει και την παλάμη σκίαστρο για τον ήλιο, που δύει με ανοιξιάτικη αμφιταλάντευση. Πού να μένει, φαίνεται να αναρωτιέται, από εδώ ή από εκεί; Οι φοιτητές βγαίνουν τρεχάλα. Κρατούν ποτά και τσιγάρα και βγάζουν τα κινητά να τραβήξουν και να το μοιραστούν. Δίπλα από τον γέρο βγαίνει ο άντρας. Άγνωστο πού είναι εκείνη. Ίσως θα έπρεπε να βγει με το μωρό, να ακούσει και αυτό. «Είναι ό,τι είναι, και αυτό που είναι, δεν το γνωρίζω ούτε εγώ». Λογικό. Να, το κάτω παντζούρι σκάει λίγο, τόσο δα λίγο, και ένα μικρό κεφαλάκι στήνει αυτί στο άνοιγμα. Κάθεται και φαντάζεται όλα τα παντζούρια να ανοίγουν και όλους να κοιτάζονται μεταξύ τους σαν να πιστοποιούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου και να χαμογελούν. Να χαμογελούν οι κοπέλες φορώντας κόκκινα κραγιόν και τα αγόρια κρατώντας τσιγάρο. Να χαμογελούν και να φλερτάρουν και να υπόσχονται ζωή.

Το τραγούδι τελειώνει. Οι φοιτητές χειροκροτούν και σφυρίζουν. Αφουγκράζεται κάποια μακρινά χειροκροτήματα και βουρκώνει πάλι. Ημέρα 7η. Η καραντίνα τελειώνει. Τσάντα, φαγητά, κινητό, κλειδιά, λεφτά. Η βάρδια δωδεκάωρη, 19:00 με 07:00. Πρέπει να φύγει και να περπατήσει κοντά πέντε χιλιόμετρα μέχρι τον Ευαγγελισμό. Πριν εφτά ημέρες είχε βήξει κατά λάθος ενώ έπαιρνε την πίεση σε έναν και αυτός την έβριζε για πολλή ώρα και χειρονομούσε. Την έλεγε ανεύθυνη. Έφταιγε, και πιθανότατα θα έφταιγε και μετά, την ώρα του απολογισμού των πραγμάτων. Της είχαν στείλει ότι μετά την επταήμερη απουσία θα της πάρουν τη θερμοκρασία για να σιγουρευτούν, και αυτή έχει μετρήσει δέκα φορές από το πρωί και το μεγαλύτερο ήταν 37 και 1. Που σημαίνει ότι θα δουλέψει κανονικά. Θα έπρεπε να προσέξει να μη βήξει ωστόσο. Δεν είναι σίγουρη, για πρώτη φορά δεν είναι σίγουρη, αν τελικά θέλει να γυρίσει ή όχι. Επτά ημέρες ανυπομονούσε να γυρίσει και από εκείνη τη μέρα το πρωί φοβόταν. Φοβόταν και σκεφτόταν ότι θα ήταν ωραία να στέκεται απλώς σε εκείνο το μπαλκόνι και να ακούει τα τραγούδια και να χαμογελάει στον φοιτητή. Να στέκεται και να κοιτάει μέχρι να περάσει. Να κοιτάει τη συνηθισμένη, ανιαρή ζωή στα μπαλκόνια. Όμως, γι᾿ αυτήν πηγαίνει πάλι στη δουλειά, με μόνο εφτά μέρες καραντίνα. Με δικές της μάσκες στην τσάντα.

Και έτσι πηγαίνει.

Μια μέρα, όταν όλα θα έχουν περάσει, θα πάρει ένα καινούργιο ποδήλατο και ίσως πει στον φοιτητή να πάνε μια βόλτα. Να συζητήσουν για τον χρόνο, για τη μοναχικότητα που γνώρισαν, για τα χαμόγελα στα μπαλκόνια. Θα φοράει κόκκινο κραγιόν και εκείνος θα καπνίζει κάτω από ένα δέντρο. Θα μιλήσουν για καταφύγια και οικειοποίηση του χρόνου. Θα επιπλεύσουν στην κοίτη του και θα τους πάρει η νύχτα και δεν θα υπάρχει τίποτα πιο ισχυρό από ένα φευγαλέο άγγιγμα των χεριών. Καπνός και κραγιόν θα αλλάξουν χείλη. 

Τα σκέφτεται όλα αυτά, μα σε μια διασταύρωση βήχει και ένας άντρας την κοιτάει λοξά πέντε μέτρα μπροστά της. Του χαμογελάει με μια χειρονομία. Της χαμογελάει πίσω. Τη βλέπει και σκέφτεται ότι του αρέσει το κόκκινο κραγιόν της. Τη βλέπει και σκέφτεται μονάχα για μια στιγμή να της ομολογήσει πως την παρατηρεί συχνά να κοιτάει από το μπαλκόνι της, τις ώρες που βγαίνει η απέναντί του να τραγουδήσει, την παρατηρεί και σκέφτεται πως η μοναξιά της είναι ίδια με τη δικιά του και πως θα ήθελε να τον κοιτάξει μια μέρα πίσω.

Μα ντρέπεται και συνεχίζει να προχωρά και…

* Το μυθιστόρημα του Πάνου Τσερόλα, Η Συνωμοσία της Βανίλιας, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 2016. Γράφει επίσης βιβλία για παιδιά.

leave a reply